Δεν φταίω εγώ
Με αφορμή το τελευταίο περιστατικό σωματικής κακοποίησης που έλαβε χώρα στο 94ο Δημοτικό Σχολείο Βόλου, ξεκίνησαν οι τηλεοπτικές συγκρούσεις μεταξύ ψυχολόγων και πολιτικών που θολώνουν ακόμη περισσότερο το τοπίο γύρω από ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Πριν από δύο εβδομάδες στο 94ο Δημοτικό Σχολείο Βόλου μια ομάδα μαθητών της Στ’ και Ε’ τάξης επιτέθηκαν φραστικά και σωματικά σ’ έναν μαθητή της Β΄ τάξης. Στη συνέχεια της πράξης τους, έκλεισαν τον μαθητή στις τουαλέτες και άρχισαν να τον χτυπούν αλύπητα και ασταμάτητα, με αποτέλεσμα το παιδί να χάσει τις αισθήσεις του και να οδηγηθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Η υπόθεση έκλεισε με πολλαπλά κατάγματα του νεαρού αγοριού και με αυστηρή ποινή σε βάρος των «κακοποιών».
Μια πράξη τόσο σημαντική και ταυτόχρονα ντροπιαστική για την ίδια την κοινωνία. Το «λαϊκό δικαστήριο» που διεξάγεται στα κανάλια αλλά και στις γειτονιές της τοπικής κοινωνίας σπεύδουν να καταδικάσουν τα παιδιά «εγκληματίες» κατά τα λεγόμενά τους, μιλώντας με θυμό και οργή για τα ίδια και για τις οικογένειές τους. Ποιος μπορεί όμως να μιλήσει με βεβαιότητα και ποιος μπορεί να βγάλει μια δίκαιη απόφαση σ’ αυτό το δικαστήριο; Αναμφίβολα η χρήση βίας σ’ όλες τις μορφές της (λεκτική, ψυχολογική, σωματική κτλ.) είναι καταδικαστέα. Στο «λαϊκό αυτό δικαστήριο» ο ένοχος έχει το δικαίωμα της υπεράσπισης, που δεν είναι
άλλη από τις κρυφές σκέψεις των ανθρώπων που αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη, αλλά παραλείπουν ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες. Όλοι μας βιαζόμαστε να σηκώσουμε τον δείκτη απέναντι στον παράνομο, τον ατίθασο, τον ζωηρό μαθητή, ενώ κανείς μας δεν σκέφτηκε να απλώσει την παλάμη του και να τον τραβήξει από την παρανομία, το ηθικό κατρακύλισμα.
Είναι αδιανόητο να συλλογίζεται κανείς ότι το περιστατικό για το οποίο γίνεται λόγος, αφορά παιδιά ηλικίας δέκα μόλις ετών! Υπάρχουν αλήθεια παιδιά – «εγκληματίες»; Και τότε ποιος τα δημιούργησε; Μήπως είναι απόγονοι εγκληματιών και παραβατικών στοιχείων; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά απαιτούν χρόνο και οι υπεύθυνοι δυστυχώς, δεν τον διαθέτουν. Η πίεση της καθημερινότητας και ο γρήγορος ρυθμός της ζωής μετέτρεψε τα σημαντικά αυτά ερωτήματα σε δευτερεύοντα και άνευ σημασίας.
Είναι σκόπιμο οι διεκδικητές των υψηλών ιδανικών να στρέψουν το βλέμμα τους στα παιδιά. Να ακούσουν τους προβληματισμούς τους και να νιώσουν τις ανησυχίες τους. Η φύση προίκισε τον άνθρωπο με τον έναρθρο λόγο βοηθώντας τον να έρθει σε επαφή με τους ομοίους του, να συναναστραφεί μαζί τους, να επικοινωνήσει και τελικά να δημιουργήσει πολιτισμό. Δυστυχώς σήμερα εμείς έχουμε επιστρέψει στην εποχή που το ανθρώπινο είδος επικοινωνούσε με κραυγές και άναρθρες φωνές, με αποτέλεσμα ο διάλογος να υστερεί και η ένταση που προκαλούν οι «βρυχισμοί», να μπερδεύουν και να συγχύζουν τις παιδικές ψυχές. Ποια λοιπόν θα πρέπει να είναι η αντίδρασή μας σ’ αυτό τον ηθικό ξεπεσμό;
Κωνσταντίνου Λευτέρης, Φιλόλογος και ιδρυτής της εκπαιδευτικής πλατφόρμας
«Σφίγγα», 23/09/2024